Η εταιρεία με έδρα τη Γερμανία είχε υπογράψει συμφωνία με τον 80χρονο μουσικό το 2016 και είχε προγραμματίσει να κυκλοφορήσει μια νεοηχογραφημένη έκδοση του άλμπουμ «Dark Side of the Moon» των του 1973 πέρυσι, αλλά τελικά ακύρωσε την κυκλοφορία μετά την πρόσληψη του Thomas Coesfeld ως διευθύνοντος συμβούλου. Η εκ νέου ηχογράφηση κυκλοφόρησε τελικά από τη βρετανική δισκογραφική εταιρεία Cooking Vinyl.

Το «διαζύγιο» ήρθε, όπως γράφει η εφημερίδα «Guardian», λόγω της διχαστικής ρητορικής του Γουότερς για το Ισραήλ, την οποία ορισμένοι έχουν επικρίνει ως αντισημιτική τους τελευταίους μήνες.

Ο ίδιος παραμένει προκλητικός απέναντι σε πολλές αντιδράσεις, όπως μια έρευνα της γερμανικής αστυνομίας για μια στολή «ναζιστικού τύπου», που φόρεσε σε μια εμφάνισή του στο Βερολίνο πέρυσι.

Τον Απρίλιο του 2023, κέρδισε μια δικαστική μάχη που του επέτρεψε να παίξει στη Φρανκφούρτη, αφού οι δικαστές της γερμανικής πόλης είχαν δώσει εντολή στον χώρο να ακυρώσει μια συναυλία και κατηγόρησαν τον τραγουδιστή ότι είναι «ένας από τους πιο γνωστούς αντισημίτες στον κόσμο». Καταδίκασε τον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά μίλησε στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών κατόπιν πρόσκλησης της Ρωσίας, υποστηρίζοντας ότι η εισβολή της στην Ουκρανία το 2022 δεν ήταν «απρόκλητη».

Η Εκστρατεία κατά του Αντισημιτισμού (CAA) πήρε συνεντεύξεις από πρώην συναδέλφους του, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι ο μουσικός είχε κάνει επανειλημμένες υποτιμητικές αναφορές στους Εβραίους.

Ο Γουότερς, ο οποίος ανέκαθεν αρνιόταν τις κατηγορίες για αντισημιτισμό, μίλησε για «απόλυση» από τη BMG σε μια βιντεοσκοπημένη συνέντευξη με τον Glenn Greenwald τον περασμένο Νοέμβριο. Μάλιστα, ο ίδιος χαρακτήρισε το «διαζύγιο» του από την εταιρεία ως αποτέλεσμα της πίεσης φιλοϊσραηλινών συμφερόντων προς τη μητρική εταιρεία της BMG, τη Bertelsmann.